ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΑΚΟΥΣ νὰ μιλᾶνε ὅλο γιὰ λεφτά. Μιλοῦν χωρὶς σταματημό, λὲς καὶ δουλεύουν μὲ κέρματα. Πληρωμένες ἀπαντήσεις, λόγια ποὺ ἀνταλλάσσονται τοῖς μετρητοῖς – εἶν’ ὅλο γιὰ κάποια δοσοληψία· χωρὶς λόγο, τζάμπα καὶ βερεσὲ —δηλαδὴ νά ’χουμε νὰ λέμε— μεταξὺ φίλων ποὺ δὲν χαρίζονται. Τὰ στόματα ἀνοίγουν διάπλατα σὰν νὰ βγάζουν τὴ γλώσσα κοροϊδευτικά· οἱ ἦχοι μοιάζουν ἄναρθροι σὰν ν’ ἄνοιγε τὸ συρτάρι ταμειακῆς μηχανῆς. Κυκλοφορεῖς ἀνάμεσα στὸ πλῆθος λαθραῖα, νιώθοντας σὰν πλαστὸ χαρτονόμισμα κι ἐκεῖ ξεχωρίζεις, σὰν κλέφτης ποὺ καιροφυλακτεῖ ἐνῶ ἐκεῖνοι σὲ ἀγνοοῦν ἀνύποπτοι, προερχόμενες ἀπὸ δεξιὰ καὶ ἀριστερά, φράσεις νὰ κουδουνίζουν μὲ τὸν ἦχο ποὺ κάνει ἕνα κέρμα ποὺ πέφτει στὸ πλακόστρωτο. Ἀπὸ τὶς φτηνὲς ὑποσχέσεις τῆς πολιτικῆς μέχρι τὸ πεζοδρόμιο, τὰ λόγια πέφτουν στὸ κενό. Στὴν ἀγορὰ ὅλοι μιλοῦν ἀνάμεσα στὰ δόντια σὰν νὰ δαγκώνουν κάλπικο νόμισμα – ἢ καὶ ἐφαρμόζουν πιστὰ τὸ δόγμα: «ἡ σιωπὴ εἶναι χρυσός». Τὰ λόγια τους, ὅταν μιλᾶνε γιὰ λεφτὰ —δηλαδὴ…
Voir l’article original 639 mots de plus